Παράγοντες που καθορίζουν το τιμολόγιο των υπηρεσιών

Η Τιμολογιακή Πολιτική της επιχείρησης αποτελεί ένα πολύπλοκο ζήτημα καθώς η διαμόρφωσή της επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες. Οικονομικές, Νομικές, Περιβαλλοντικές και Κοινωνικές μεταβλητές επιδρούν στην τιμολόγηση των υπηρεσιών της Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Π.

τιιμολογιιακή πολιτική

Αναλυτικότερα, οι παράγοντες που επηρεάζουν τη διαμόρφωση τιμολογιακής πολιτικής είναι:

  • Τα βασικά κόστη όπως το κόστος άντλησης του νερού, το κόστος συντήρησης του υδρευτικού και αποχετευτικού συστήματος, το κόστος αποσβέσεων παγίων στοιχείων, το κόστος επενδύσεων και παραγωγής έργου, τα διαχειριστικά και λειτουργικά κόστη κλπ.
  • Το Νομικό Πλαίσιο. Στο άρθρο 25 του Νόμου 1069/80 αναφέρεται ότι με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου καθορίζονται χωριστά τιμολόγια για την υπηρεσία ύδρευσης και αποχέτευσης, των οποίων τα τέλη πρέπει υποχρεωτικά να καλύπτουν τις αναγκαίες δαπάνες προσωπικού, λειτουργίας και συντήρησης των δικτύων, αποσβέσεις παγίων εγκαταστάσεων και τοκοχρεωλυσίων συναφθέντων δανείων.
    Στο άρθρο 26 του ίδιου νόμου αναφέρεται ότι με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί να θεσπίζονται διαφορετικά τιμολόγια κατά περιοχές ανάλογα με τα εκτελούμενα έργα, ή το κόστος λειτουργίας των εγκαταστάσεων της περιοχής. Τα έσοδα από τα τέλη επιτρέπεται να υπερβαίνουν τις δαπάνες για την εκτέλεση έργων σύμφωνα με το σκοπό της επιχείρησης μετά την πάροδο της 10ετίας, όπως αναγράφεται στα άρθρα 11 και 12 του νόμου.
    Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την Οδηγία 2000-60 της Ευρωπαϊκής Ένωσης που ενσωματώθηκε στο εθνικό δίκαιο με το Ν. 3199/2003, τα κράτη – μέλη θα πρέπει να εξασφαλίσουν ότι οι πολιτικές τιμολόγησης του νερού παρέχουν κατάλληλα κίνητρα στους χρήστες να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά και με σύνεση τους υδατικούς πόρους. Το νερό έχει πάψει να είναι «ελεύθερο αγαθό», που είναι δηλαδή διαθέσιμο χωρίς κόστος.
    Η άντληση του νερού, η προστασία του, η μεταφορά και η διάθεσή του, έχουν σημαντικό κόστος, το οποίο πρέπει να ανακτηθεί. Σύμφωνα με την Οδηγία 2000/60 και το Ν.3199/2003, η ανάκτηση του κόστους του νερού είναι μια πολύπλοκη διαδικασία που αφορά το οικονομικό κόστος, το περιβαλλοντικό κόστος και το κόστος φυσικών πόρων. Καθίσταται αναγκαία η εκτίμηση όλων των συνιστωσών που οδηγούν στην πλήρη ανάκτηση του κόστους. Σε αυτό το κόστος περιλαμβάνεται το χρηματοοικονομικό κόστος που αφορά τα κόστη επενδύσεων, λειτουργίας και συντήρησης των υποδομών, καθώς και τα διαχειριστικά και διοικητικά κόστη. Ορίζεται επίσης το κόστος του φυσικού πόρου, που αντιπροσωπεύει την απώλεια οφέλους λόγω της μείωσης των διαθέσιμων υδάτων, αφού η χρήση ξεπερνά το φυσικό ρυθμό ανανέωσής τους. Τέλος, αναφέρεται και το περιβαλλοντικό κόστος, που αφορά στην υποβάθμιση των υδάτινων οικοσυστημάτων λόγω της κατανάλωσης και ρύπανσής τους από ανθρωπογενείς δραστηριότητες. Η Οδηγία ορίζει επίσης, ότι οι χρήστες θα πρέπει να καταβάλουν τιμές ανάλογες με το κόστος που επιφέρουν, και άρα να είναι ανάλογες με την ποσότητα που καταναλώνουν και τη ρύπανση που προκαλούν. Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί, ότι το περιβαλλοντικό κόστος θα πρέπει να εμπεριέχει τη λογική της αποτροπής της σπατάλης και της κακοδιαχείρισης, καθώς μια ορθολογική και ολοκληρωμένη διαχείριση των υδάτων δε νοείται εάν κάποιος, που έχει την οικονομική δυνατότητα να πληρώνει, μπορεί και να σπαταλά τον πεπερασμένο αυτό φυσικό πόρο.
    Η πολιτική τιμολόγησης της επιχείρησης θα πρέπει να έχει κάποια χαρακτηριστικά, συχνά συγκρουόμενα μεταξύ τους, όπως το να αντανακλά το σύνολο του κόστους, αλλά ταυτόχρονα να είναι κοινωνικά δίκαιη, να κινείται προς την κατεύθυνση της αειφορίας και να προωθεί την εξοικονόμηση, να είναι εύκολα κατανοητή και αποδεκτή από τους πολίτες. Εντούτοις, έχει αποδειχθεί ότι είναι πολύ δύσκολο και περίπλοκο να αποτυπωθούν σε χρηματικά μεγέθη οι υπηρεσίες του περιβάλλοντος, και στην περίπτωση του νερού, το περιβαλλοντικό κόστος και το κόστος του φυσικού πόρου.
    Η τιμολογιακή πολιτική θα πρέπει να εξασφαλίζει επαρκή και σταθερά καθαρά έσοδα για τη συντήρηση και επέκταση των υποδομών και να προωθεί την οικονομική αποδοτικότητα στην κατανομή των διαθέσιμων υδατικών πόρων μεταξύ χρήσεων και χρηστών. Πέραν τούτου, είναι αναγκαία η διασφάλιση της διάθεσης των εσόδων σε έργα ανάπτυξης και προστασίας του πόρου, στην κατεύθυνση της βιώσιμης διαχείρισης. Η διαφάνεια στη διάθεση των εσόδων αποτελεί δικλίδα ασφαλείας για την αποδοχή της τιμολογιακής πολιτικής από τους πολίτες/χρήστες.
    Η κλιμακωτή χρέωση, καθώς και η μεγάλη χρέωση για καταναλώσεις πέραν συγκεκριμένου ορίου, αποτελεί ένα σημαντικό διαχειριστικό εργαλείο αποτροπής της σπατάλης και ταυτόχρονα εξασφάλισης πόρων για χρηματοδότηση βιώσιμων πολιτικών για το νερό και την προστασία των οικοσυστημάτων (επαναχρησιμοποίηση κ.λ.π.).
    Παράλληλα υπάρχουν και άλλες δυνατότητες οικονομικής διαχείρισης, προκειμένου να καλύπτονται τα κόστη των επενδύσεων, όπως η δημιουργία ειδικού αποθεματικού για της επενδύσεις που θα στοχεύουν στον περιορισμό των απωλειών και στην ανάκτηση του κόστους φυσικών πόρων, τον διαρκή έλεγχο συνδέσεων, ώστε να αποφεύγονται παράνομες συνδέσεις, αντικατάσταση χαλασμένων και παλαιών υδρομετρητών, κ.λ.π.
    Η τιμολόγηση θα πρέπει να είναι κοινωνικά δίκαιη, να ορίζεται δηλαδή μια τιμή για την ελάχιστη κατανάλωση, ούτως ώστε κάθε πολίτης να είναι σε θέση να καλύπτει τις βασικές του ανάγκες σε νερό, και από εκεί και πέρα θα πρέπει να υπάρχει κλιμακωτή τιμολόγηση, ανάλογα με τα κυβικά μέτρα που καταναλώνονται και την εκάστοτε χρήση.
  • Οι πληθωριστικές πιέσεις. Είναι αυτονόητο ότι οι τιμές των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης θα πρέπει να διαμορφώνονται σύμφωνα και με τον Πληθωρισμό. Στην παρούσα φάση παρατηρούνται ανοδικές τάσεις στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος, ενώ στο πετρέλαιο, στα υλικά, ανταλλακτικά και εξαρτήματα ύδρευσης και αποχέτευσης κλπ. oι τιμές είναι σχετικά σταθερές.
  • Ο βαθμός μεταβολής των εσόδων συγκριτικά με τα έξοδα. Στην προσπάθεια διαμόρφωσης της τιμολογιακής πολιτικής θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν όχι μόνο η εκτιμώμενη μεταβολή των εσόδων (πρόβλεψη) αλλά και η πρόβλεψη της μεταβολής των εξόδων.
  • Ο προσδιορισμός του Νεκρού Σημείου. Αφορά στον προσδιορισμό της μέσης Τιμής Πώλησης και της μέσης Τιμής Κόστους ανά κυβικό μέτρο νερού. Η διαφορά τους αποτελεί το Νεκρό Σημείο της Επιχείρησης. Πρόκειται για την κυριότερη μεταβλητή διαμόρφωσης της τιμής των υπηρεσιών ύδρευσης – αποχέτευσης.
  • Η ανάγκη διαφοροποίησης της τιμής ανά χρήση και ανά κατηγορία ακινήτου, σύμφωνα με το κόστος λειτουργίας και συντήρησης των υδρευτικών και αποχετευτικών υποδομών, το κόστος παραγωγής και διάθεσης, το κόστος τεχνικών παρεμβάσεων και έργων.
  • Ιδιαίτερα σημαντικό κριτήριο τιμολόγησης ανά Τοπική Κοινότητα αποτελεί ο προγραμματισμός έργων και τεχνικών παρεμβάσεων, απαραίτητων για την αποτελεσματική λειτουργία της ύδρευσης και της αποχέτευσης. Είναι αυτονόητο ότι οι Τ. Κοινότητες στις οποίες εκτελούνται έργα θα πρέπει να τύχουν διαφορετικής τιμολόγησης. Το κόστος λειτουργίας και συντήρησης των έργων και η όποια ιδία συμμετοχή θα πρέπει να ανακτώνται πλήρως.
  • Η εισοδηματική ικανότητα των δημοτών – καταναλωτών της περιοχής. Η ευρύτερη οικονομική κρίση και η συρρίκνωση του αγροτικού εισοδήματος επιδρούν αρνητικά στην αγοραστική δύναμη του εξυπηρετούμενου πληθυσμού, γεγονός το οποίο θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν.
  • Η πολυτιμότητα του αγαθού. Ως διαχειριστής του νερού, η Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Π. έχει χρέος να το προστατεύσει και να το διαφυλάξει για τις επόμενες γενεές. Η χρήση του νερού θα πρέπει να είναι βιώσιμη και να συνδράμει στην αειφορία. Για το λόγο αυτό, η ενεργοποίηση κλιμακωτού τιμολογίου είναι απαραίτητη προκειμένου να αποφευχθούν φαινόμενα σπατάλης του πολύτιμου αυτού πόρου. Η κλιμάκωση των τιμών δεν έχει εισπρακτικό χαρακτήρα αλλά λειτουργεί ως αντικίνητρο για υψηλές καταναλώσεις.
  • Το κριτήριο της Βιωσιμότητας. Η τιμολόγηση του νερού αποτελεί το κατεξοχήν οικονομικό ζήτημα. Η βιωσιμότητα της επιχείρησης ταυτίζεται με την ανάκτηση τουλάχιστον του οικονομικού κόστους των υπηρεσιών ύδρευσης και αποχέτευσης. Το αποτέλεσμα στις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις της επιχείρησης θα πρέπει πάση θυσία και σε κάθε περίπτωση να είναι θετικό. Αυτό γιατί: 1) Βάσει του Ν. 3852/2010, οι επιχειρήσεις που παρουσιάζουν 3 έτη αρνητικά αποτελέσματα (ζημίες) κλείνουν. 2) Τίθεται σε ισχύ η «αρχή της αιρεσιμότητας». Η ανάκτηση του κόστους των υπηρεσιών που προσφέρουν οι Δ.Ε.Υ.Α. αποτελεί για το νέο ΕΣΠΑ (Σύμφωνο Εταιρικής Σχέσης) προϋπόθεση επιλεξιμότητας των έργων. Σε περίπτωση που το κόστος δεν ανακτάται, τα προτεινόμενα έργα τις Δ.Ε.Υ.Α. δεν μπορούν να είναι επιλέξιμα. Από τις αρχές του 2016, η Ανεξάρτητη Ρυθμιστική Αρχή Νερού θα ελέγχει τη βιωσιμότητα της επιχείρησης και την ανάκτηση του κόστους. Αν δεν προκύπτει ανάκτηση (βιωσιμότητα), τα ενταγμένα στο ΣΕΣ έργα θα απεντάσονται.